αυτοκέφαλος


αυτοκέφαλος
[афтокефалос] εκ. самостоятельный, (εκκλ.) автокефальный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αυτοκέφαλος" в других словарях:

  • αυτοκέφαλος — η, ο автокефальный (о Церкви): αυτοκέφαλη Εκκλησία η автокефальная Церковь – независимая Церковь, которая имеет право выбирать и рукополагать своего предстоятеля (архиепископа или патриарха) Этим. < αυτο (приставка обозначает внутреннюю незав …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αυτοκέφαλος — η, ο (AM αὐτοκέφαλος, ον) 1. ανεξάρτητη τοπική Εκκλησία η οποία έχει το Κανονικό δικαίωμα να εκλέγει και να χειροτονεί τη διοικητική της κεφαλή, τον αρχιεπίσκοπο ή τον πατριάρχη 2. το ουδ. ως ουσ. το αυτοκέφαλο(ν) το δικαίωμα μιας Εκκλησίας να… …   Dictionary of Greek

  • αυτοκέφαλος — η, ο εκείνος που είναι ο ίδιος κεφαλή, εξουσία, ο αυτεξούσιος, ο ανεξάρτητος: Η εκκλησία της Ελλάδας είναι αυτοκέφαλη. Το ουδ. ως ουσ., το αυτοκέφαλο η αυτεξουσιότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Autocephaly — Part of a series on Eastern Christianity …   Wikipedia

  • Saint Catherine's Monastery, Mount Sinai — Saint Catherine Area * UNESCO World Heritage Site Country …   Wikipedia

  • Румынская церковь — О времени принятия румынским народом христианской веры нет точных указаний: одно лишь можно сказать положительно, что румыны приняли христианство не от венгров, а от болгар, притом не позднее конца IX столетия. Трансильванские летописи повествуют …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ανεξάρτητος — Τίτλος διαφόρων εφημερίδων. 1. Εβδομαδιαία, που εκδιδόταν στην Αθήνα από τον Π.Κ. Παντελή από το 1842 έως το 1855 και το 1857 58. Η εφημερίδα αυτή υποστήριξε την κυβέρνηση Ι. Κωλέττη και ήταν υπέρ της παραχώρησης συντάγματος. 2. Ημερήσια, που… …   Dictionary of Greek

  • αυτο- — [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτός. Ο τ. χρησιμεύει ως α συνθετικό πολλών λέξεων της αρχαίας μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, με ιδιαίτερη επίδοση στη μεθομηρική και όψιμη Ελληνική καθώς και στη Νεοελληνική. Κατά τη σύνθεση, ο τ. εμφανίζεται κανονικά με έκθλιψη… …   Dictionary of Greek

  • κεφαλή — Το άνω άκρο του ανθρώπινου σώματος ή το πρόσθιο μέρος του σώματος των ζώων, όπου εδράζεται ο εγκέφαλος, η είσοδος του πεπτικού σωλήνα, τα αισθητήρια όργανα, περισσότερο ή λιγότερο τελειοποιημένα, καθώς και άλλες δομές, όπως οι τρίχες. Η κ. των… …   Dictionary of Greek

  • Ουκρανία — Κράτος της ανατολικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με την Πολωνία, Β με τη Λιθουανία, ΒΑ με τη Ρωσία, ΝΔ με τη Σλοβακία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Μολδαβία, και στα Ν βρέχεται από την Αζοφική και από τη Μαύρη θάλασσα (Εύξεινο Πόντο).Ο. σημαίνει… …   Dictionary of Greek